Search
  • ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

Η οικονομική κατασκοπεία αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή στην εθνική ασφάλεια μετά τον ψυχρό πόλεμο.


Κατασκοπεία είναι η πρακτική της συγκέντρωσης εμπιστευτικών πληροφοριών (κρατικών αλλά και εμπορικών μυστικών) χωρίς την άδεια του κατόχου τους. Κατά τον ορισμό που χρησιμοποιούν οι Η.Π.Α., «Κατασκοπεία είναι η πράξη της απόκτησης, παράδοσης, εκπομπής, γνωστοποίησης ή λήψης πληροφοριών για την εθνική άμυνα, με πρόθεση τη χρήση των πληροφοριών για να πληγούν οι Η.Π.Α. ή προς όφελος κάποιου τρίτου κράτους».


Σε αντίθεση με άλλες μορφές συγκέντρωσης πληροφοριών οι οποίες λαμβάνουν χώρα μακρόθεν, η κατασκοπεία σχετίζεται κυρίως με την πρόσβαση τόσο στο χώρο όπου φυλάσσονται οι επιθυμητές πληροφορίες όσο και στους ανθρώπους οι οποίοι τις γνωρίζουν. Στη δεύτερη περίπτωση οι κατάσκοποι θα προσπαθήσουν να αποσπάσουν την πληροφορία από τα εξουσιοδοτημένα να τη γνωρίζουν άτομα, με κάποιο τέχνασμα. Αφήνοντας κατά μέρος τα εθνικά μυστικά, κατασκοπεία που διαπράττεται για εμπορικούς και οικονομικούς σκοπούς καλείται βιομηχανική, εταιρική, εμπορική ή οικονομική.


Περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την κλοπή εμπορικών μυστικών, τη δωροδοκία, τον εκβιασμό και τη χρήση προχωρημένων ηλεκτρονικών μέσων παρακολούθησης και υποκλοπών, που θα αναλύσουμε στο επόμενο άρθρο. Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι ακόμα και ένα κράτος μπορεί να πέσει θύμα τέτοιας μορφής κατασκοπείας (π.χ. κατά τη διάρκεια δημόσιου διαγωνισμού για προμήθεια εξοπλισμού μεγάλης αξίας).


Η σημασία της βιομηχανικής κατασκοπείας είναι τόσο μεγάλη, που ο πρώην Διοικητής της Γενικής Διεύθυνσης Εξωτερικής Ασφάλειας της Γαλλίας (DGSE-Direction generale de la securite exterieure) Pierre Marion είχε δηλώσει δημοσίως τα εξής: «Η κατασκοπεία αποτελεί σημαντική δραστηριότητα για τη Γαλλία προκειμένου να παραμένει πρωτοπόρα στη διεθνή αγορά και Τεχνολογία. Φυσικά και έχει χρησιμοποιηθεί κατά των Η.Π.Α. όσο και άλλων χωρών. Θα πρέπει να θυμάστε ότι παρά το γεγονός ότι είμαστε σύμμαχοι σε θέματα άμυνας, στον οικονομικό χώρο είμαστε ανταγωνιστές».


Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού ο πρώην Διευθυντής του FBI, Louis Freeh, έχει δηλώσει ό,τι: «Η οικονομική κατασκοπεία αποτελεί πλέον τη μεγαλύτερη απειλή στην εθνική ασφάλεια μετά τον ψυχρό πόλεμο». Ειδικά για τη σχέση της Κίνας, η Επιτροπή Ανασκόπησης Οικονομικών και Ασφάλειας μεταξύ Η.Π.Α. – Κίνας (United States – China Economic & Security Review Commission) δηλώνει στα τέλη του 2007 ό,τι: «Η κινεζική κατασκοπεία αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή για την τεχνολογία των Η.Π.Α. και οδηγεί στην απόκτηση κρίσιμων πληροφοριών για τη στρατιωτική και βιομηχανική ενδυνάμωση της Κίνας. Είναι επιτακτικός ο έλεγχος των εξαγωγών και της λήψη μέτρων κατά της κατασκοπείας, ειδικά στις περιπτώσεις της κρατικά επιδοτούμενης βιομηχανικής κατασκοπείας».



Εκτός της «παράνομης» κατασκοπείας υπάρχουν και αρκετές μορφές νόμιμης «κατασκοπείας» (σε διάφορους βαθμούς ηθικής) που συλλογικά μπορεί να αναφέρονται ως επιχειρηματική ή ανταγωνιστική ευφυΐα (Business-Competitive Intelligence). Πράγματι, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να συγκεντρώσουν πληροφορίες από μια πληθώρα μέσων, με απολύτως νόμιμο τρόπο. Ενδεικτικά αναφέρουμε τις εφημερίδες, τους ισολογισμούς, τις καταθέσεις διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, τις δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά, τα στοιχεία από δίκες, τα διάφορα διαφημιστικά δεδομένα, τις ιστοσελίδες κ.ο.κ. Πάγια τακτική αποτελεί εξάλλου η προσπάθεια «εξόρυξης» πληροφοριών μεταξύ ανταγωνιστών κατά τη διάρκεια εκθέσεων και συνεδρίων.


Οι ερευνητές αλλά και το προσωπικό των πωλήσεων παρακολουθούν τέτοιες εκδηλώσεις για να ενημερώνονται αλλά και για να προωθήσουν τα προϊόντα της εταιρείας τους. Συνήθως όμως στην προσπάθειά τους αυτή, αποκαλύπτουν περισσότερες πληροφορίες από όσο πρέπει. Οι «αντίπαλοι» χρησιμοποιούν λοιπόν επαγγελματίες ειδικευμένους στην εξόρυξη πληροφοριών για να αποσπάσουν όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία. Αυτοί παρουσιάζονται συχνά ως πιθανοί πελάτες ή επιστήμονες.


Με προχωρημένες τεχνικές και κατάλληλη εκπαίδευση αποσπούν πληροφορίες από τους πρόθυμους και ενθουσιώδεις υπαλλήλους, οι οποίοι δεν αντιλαμβάνονται την «παγίδα». Έτσι δεν γίνεται άμεσα αντιληπτό ότι η εταιρεία ουσιαστικά δημοσιεύει η ίδια όλα της τα μυστικά και με τον τρόπο αυτό οι ανταγωνιστές μπορούν να εξαγάγουν συμπεράσματα για τις άλλες εταιρείες και τα προϊόντα τους. Μπορεί μάλιστα η ανακάλυψη μιας τέτοιας απώλειας πληροφοριών να καθυστερήσει για αρκετό καιρό, οπότε και πλέον θα είναι αργά για την αντιμετώπιση των συνεπειών.Οι εκάστοτε χώρες επίσης δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για υπηκόους τους, οι οποίοι εργάσθηκαν στο παρελθόν σε εταιρείες/Οργανισμούς τρίτων χωρών.


Τυπικά, ένα άτομο θα επιδείξει περισσότερη αφοσίωση στη χώρα του, παρά σε μια ξένη εταιρεία και αν του ζητηθεί να αποκαλύψει πληροφορίες προς όφελος του εθνικού συμφέροντος, πιθανώς να συμφωνήσει. Σε πιο προχωρημένο επίπεδο, το ίδιο το κράτος μπορεί να μεσολαβήσει και να βοηθήσει με κάθε δυνατό τρόπο την πρόσληψη ενός υπηκόου του σε μια εταιρεία/Οργανισμό ξένης χώρας, προκειμένου αργότερα το άτομο αυτό να χρησιμοποιηθεί για την κατασκοπεία. Προφανώς η μετακίνηση υψηλόβαθμων στελεχών από εταιρεία σε εταιρεία ισοδυναμεί με μεταφορά γνώσης στους ανταγωνιστές. Ακόμα και χωρίς τη θέλησή τους οι υπάλληλοι αναπόφευκτα θα χρησιμοποιήσουν τεχνογνωσία από τον προηγούμενο εργοδότη τους κατά την καθημερινή τους εργασία.


Οι κοινοπραξίες αποτελούν επίσης μία άριστη διαδικασία διαρροής μυστικών, αφού για την επέκταση της στάθμης της τεχνολογίας και την παραγωγή νέων προϊόντων είναι αναγκαίο να αποκαλυφθούν πληροφορίες για την τρέχουσα τεχνολογία. Στο ίδιο μήκος κύματος μια χώρα μπορεί να ζητά «ανταποδοτικά» οφέλη για τη δραστηριοποίηση μιας εταιρείας τρίτης χώρας στην επικράτειά της. Τα «ανταποδοτικά» αυτά ανταλλάγματα μπορεί να περιλαμβάνουν εκπαίδευση προσωπικού και μεταφορά τεχνολογίας και πάλι. Τέλος, ας μην ξεχνάμε την αποτελεσματικότερη μέθοδο: Την εξαγορά μιας εταιρείας από μία άλλη, οπότε αυτόματα λαμβάνει χώρα μεταφορά τεχνολογίας.


Η βιομηχανική κατασκοπεία είναι πιο συχνή στους τομείς υψηλής τεχνολογίας, όπως είναι ο χώρος των Ηλεκτρονικών, της Αυτοκινητοβιομηχανίας, της Φαρμακευτικής, της Χημείας, της Βιολογίας, της Αεροναυπηγικής – Διαστημικής και της Ενέργειας. Στους εξόχως ανταγωνιστικούς αυτούς τομείς, άπαξ και η πληροφορία κλαπεί, ελάχιστα μπορούν να γίνουν για να περιορισθεί το αντίκτυπο ενώ οι απώλειες μπορεί να είναι δυσβάσταχτες. Το πρόβλημα εντείνεται λόγω πολλών παραγόντων που παρουσιάζουμε επιγραμματικά παρακάτω: Τα ποσά που διακυβεύονται είναι τεράστια και αντίστοιχα μεγάλες μπορεί να είναι και οι «απολαβές» όσων εμπλέκονται.


Σε περιόδους κρίσης όπου εκτός των άλλων λαμβάνουν χώρα και συγχωνεύσεις και εξαγορές, η αξία των πληροφοριών γίνεται ακόμα μεγαλύτερη.Υπάλληλοι (και κυρίως οι Διαχειριστές) τμημάτων πληροφορικής έχουν πρόσβαση στα συστήματα και στους εξυπηρετητές όπου φυλάσσονται ευαίσθητες πληροφορίες, κώδικες, λεπτομέρειες πιστωτικών καρτών, τεχνικά σχέδια κ.λπ. Ακόμη χειρότερα, σε ορισμένες περιπτώσεις οι υπάλληλοι δεν έχουν ενημερωθεί για την κρισιμότητα των δεδομένων που διαχειρίζονται, με αποτέλεσμα να μην ασκούν τη δέουσα επιμέλεια.


Η έλλειψη ασφάλειας φυσικά χειροτερεύει την κατάσταση αλλά στον αντίποδα μπορεί να γίνεται και κατάχρηση τεχνικών μέσων ασφάλειας. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει μια εσφαλμένη εντύπωση σιγουριάς και συνεπώς να οδηγήσει σε «χαλάρωση». Την ίδια στιγμή οι περιορισμοί λόγω ασφάλειας δυσχεραίνουν την καθημερινή εργασία των υπαλλήλων και για το λόγο αυτό αποτελεί κοινή πρακτική να «παρακάμπτονται».



Το Γραφείο Ιδιωτικών Ερευνών, ΝΤΕΤΕΚΤΙΒ IPI, είναι ένας κορυφαίος ιδιωτικός οργανισμός έρευνας στην Αθήνα. Είναι ο πρώτος ιδιωτικός οργανισμός έρευνας στην Αθήνα που εισήγαγε υπηρεσία ανιχνευτή ψεύδους.


Τα Γραφεία Ιδιωτικών Ερευνών IPI ιδρύθηκαν το 1990 στο Σικάγο των ΗΠΑ, από τον Ελληνοαμερικανό ιδιωτικό ερευνητή ( Ντετέκτιβ ) Phillip Hatzis, και τώρα εδρεύει στην Ελλάδα.


Ο Phillip Hatzis είναι πρώην πράκτορας πληροφοριών του αμερικανικου στρατού, έχει υπηρετήσει στον πόλεμο του Κόλπου στο Desert Shield και στο Desert Storm και είναι τώρα ιδιοκτήτης του International Private Investigators στην Αθήνα.

www.ipi-group.gr

9 views0 comments